Thursday, 6 January 2011

Η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει: μία αισιόδοξη νότα ορθοφωνίας

Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
Πέμπτη, 06 Ιανουαρίου 2011

Η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει: μία αισιόδοξη νότα ορθοφωνίας

Καλή Χρονιά κύριε καθηγητά και ευχαριστούμε για την αισιόδοξη νότα ορθοφωνίας εν αντιθέσει με την παράφωνη μιζέρια της πλειοψηφίας των δημοσίων και όχι μόνο προσώπων που εκφράζουν άποψη!
Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το άρθρο σας. Θα ήθελα μόνο να επικεντρωθώ σε τρία σημεία τα οποία αναφέρω παρακάτω:

1. Η Ελλάδα απέδειξε ότι δεν ήταν πειθαρχημένη στα δημοσιονομικά της από το 1997! Δεν αξίζαμε να μπούμε στην ΟΝΕ βάσει των στατιστικών, αλλά η απόφαση να μπούμε στην ΟΝΕ αποδεικνύεται σήμερα σωτήρια με τα δεδομένα της παγκόσμιας κρίσης. (Μπιτζένης, 2011)

Πράγματι, αξίζει να τονιστεί το γεγονός ότι η πολιτική Σημίτη για ένταξη στην ΟΝΕ, όπως στο παρελθόν η πολιτική Καραμανλή πρεσβύτερου μας ενέταξε στην ΕΚ, ήταν καθαρά πολιτικής φύσεως αποφάσεις. Στη δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευρωπαϊκή συναπόφαση περαιτέρω ώθησης της Ελλάδος προς μία δημοκρατική διακυβέρνηση μετά την τραγική χουντική 7-ετία. Στην πρώτη περίπτωση, ήταν μία σοφή όπως καταδεικνύεται εκ των υστέρων εκσυγχρονιστική απόφαση των τότε κυβερνώντων, εν γνώσει των ευρωπαίων εταίρων μας, για μία όσο το δυνατόν ταχύτερη ένταξη της Ελλάδας στο δυτικοευρωπαϊκό οικονομικό πρότυπο.

2. Το σλόγκαν «λεφτά υπάρχουν» ίσως και να έχει βάση δεδομένου ότι οι καταθέσεις των Ελλήνων είναι μεγαλύτερες σε σύνολο από τις καταθέσεις των Ιρλανδών ή των Πορτογάλων, δεδομένου ότι υπάρχουν κοντά στα 200 δις ευρώ για τα ελληνικά νοικοκυριά, και στο εξωτερικό έφυγαν κοντά στα 25 δις από επιχειρήσεις και νοικοκυριά συνολικά. (Μπιτζένης, 2011)

Χρήματα υπάρχουν μεν, απλά είναι άνισα κατανεμημένα δε. Η αναδιανομή του εισοδήματος την τελευταία τριακονταετία δεν έχει ακόμα επιφέρει την πολυπόθητη απογείωση της ελληνικής οικονομίας σε ζητήματα ανταγωνισμού και παραγωγικότητας. Αφής στιγμής 200 δις παραμένουν σε καταθέσεις αντί να επενδύονται στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, ή οι τόκοι αυτών των καταθέσεων κατασπαταλούνται σε ανούσιας σημασίας καταναλωτικά προϊόντα και κοινωνικά πρότυπα με ημερομηνία λήξης (βλ. reality shows, ένδυση, Ι.Χ. μεταφορικά μέσα κλπ) η ανάληψη ρίσκου και η επιχειρηματική νοοτροπία καθίσταται αναγκαία για την ανάσταση της ελληνικής οικονομίας. Η ευθυνοφοβία και η έλλειψη αίσθησης καθήκοντος τόσο στο δημόσιο τομέα όπως όλοι γνωρίζουν όσο και στον ιδιωτικό τομέα όπου βίωσα για μία 4-ετία σε ιδιωτικό τραπεζικό οργανισμό την ίδια νοοτροπία, αποτελούν τροχοπέδη στην πολυπόθητη επανάκαμψη της Ελλάδος.

3. Εδώ έγκειται η δυσκολία να εξαλείψουμε τον 13ο και 14ο μισθό του ιδιωτικού τομέα που θα μας έκανε πολύ πιο ανταγωνιστικούς, κάτι που εφαρμόσαμε πολύ εύκολα στον δημόσιο τομέα. Οπότε, ίσως να φαίνεται αιρετικό αλλά η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλη ελπίδα να ανακάμψει και τελικά άλλες χώρες να αντιμετωπίσουν πρόβλημα χρέους. (Μπιτζένης, 2011)

Σε ανταπάντηση σχολίου, χωρίς να επιθυμώ ρόλο συνηγόρου για οποιονδήποτε πόσο μάλλον για τον κύριο Μπιτζένη, δεν έχω αντιληφθεί στο άρθρο οποιαδήποτε πρόταση για εξάλειψη πέραν του 12ου μισθού και στον ιδιωτικό τομέα. Απλά καταδεικνύεται η στασιμότητα και του ιδιωτικού τομέα και η ανικανότητα του να παράγει νέες θέσεις εργασίας λόγω της υπερπροστασίας που παρέχει στους προνομιούχους και κατέχοντες. Ευελιξία δεν υπάρχει. Το κράτος αδυνατεί να ελέγξει τα αυτονόητα. Αποτέλεσμα η λεκτική νομική προστασία των εργαζομένων και η μαύρη εργασία και παραοικονομία. Στον αντίποδα η αύξηση της ανεργίας και των άνευ ουσιαστικής γνώσης πτυχιούχων.

Με ευχές για τη νέα χρονιά, προσμονή του 2012 και επιμονή στην αισιόδοξη νότα της ζωής!

Βασίλης ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ
Οικονομολόγος (Πτυχίο Οικονομικών Επιστημών, ΝΟΠΕ ΑΠΘ)
Διεθνολόγος (επί πτυχίω ΜΠΣ Διεθνών Σπουδών, ΔΕΣ ΠΑΜΑΚ)

Sunday, 2 January 2011

Η σχέση νικάει τον χρόνο, η χρήση όχι: Η Γόνιμη Απάντηση

Κύριε Καθηγητά Γιανναρά,
κυρίες και κύριοι σχολιαστές και στοχαστές

Η δική μου επιτρέψτε να ονομάσω «κριτική» στα προγραφόμενα [1] κατευθύνεται προς τη διερεύνηση ύπαρξης γονιμότητας. Και εξηγώ. Το άρθρο σας κύριε Γιανναρά, με όλο το σεβασμό που τρέφω προς την ιδιότητα σας, μόνο ως ευχή για το νέο έτος δεν δύναται να αντιληφθεί. Το αιχμηρές της συγγραφής σας καταδεικνύει Φόβο. Μία συνομωσιολογικής φύσεως κοινωνιό-τρομοκρατία του «δύστυχου» ελληνικού γένους.
Πιστέψτε με, δεν φοβόμαστε. Δεν ζήσαμε μεν τη Χούντα, ούτε δε τον Κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό. Απεναντίας, «ευτυχήσαμε» να βιώσουμε τη χρυσή δεκαετία της κατανάλωσης, του ψέματος, της αρπαγής και της μισαλλοδοξίας. Και καταντήσαμε μία Χαμένη Γενεά.[2] Χαμένη γενεά ευκαιριών. Κατασπατάληση τους στην αγορά και χρήση μόνο καταναλωτικών πάσης φύσεως άχρηστων αγαθών. Και στη μεγέθυνση ενός ευτραφούς δημόσιου τομέα. Ενός χοντρόπετσου Λεβιάθαν. Και φυσικά για όλα αυτά φταίει η προηγούμενη γενεά που δεν τόλμησε να αναδείξει ηγέτες πολιτικούς άνδρες. Και που ανάγκασε τους λίγους που τόλμησαν να ηγηθούν στις δύσκολες περιόδους κρίσεων,[3] οικονομικής ύφεσης και κοινωνικής κατάπτωσης, να προσχωρήσουν σε κομματικές-πελατειακές σχέσεις. Η ανικανότητα της προηγούμενης γενεάς γαλούχησε τη Χαμένη Γενεά στην οποία δυστυχώς ατύχησα να είμαι μέλος. Η Χαμένη Γενεά με τη σειρά της, μη έχοντας άλλη επιλογή, συντήρησε το χονδρόπετσο τέρας με πολιτικό «ηγέτη» παρόμοιας φύσεως. Ευτυχώς όμως, σαν άλλοτε, το Παπανδρεϊκό γένος, του Γέρου, του Ανδρέα και νυν του Γιώργου, παραμένουν ο μοναδικός άξιος φάρος ελπίδας στη νησιωτική μας χώρα.
Περίμενα από σας, στην αλλαγή του χρόνου άποψη σας, να προτείνεται μία εναλλακτική λύση. Χωρίς φόβο, βυζαντινό τελεολογικό προσανατολισμό. Μία πρόταση πολιτικής και πολιτικού ηγέτη, ικανού έστω και με τη συνδρομή 150-μελούς συμβουλευτικής ταξιαρχίας. Η στείρα κριτική μόνο γόνιμη δεν είναι. Ευελπιστώ στην επαναφορά σας σε γόνιμες ημέρες όπως μας είχατε συνηθίσει. Ποτέ δεν είναι αργά. Το Πνεύμα του Χρόνου (Zeitgeist) δεν τρομάζει τους έστω λίγους που επιτύχαμε να απεμπλακούμε από το στίγμα της Χαμένης Γενεάς.[4]
Συν Γιώργο όμως και χείρα κίνει. Τουτέστιν, η ανιδιοτελής συνεισφορά του καθενός εξυπακούεται. Δεν φταίει το μέτρο όπως γράφεται αλλά το μετρούμενο. Ο Πρωθυπουργός είναι το Μέτρο, το μέσο διαχείρισης της πολιτικής κατάστασης της πατρίδος, τον οποίο συνταγματικά κατοχυρωμένα δημοκρατικά επέλεξε η ελληνική κοινωνία. Το Μετρούμενο είμαστε όλοι εμείς. Η καθημερινή υποκουλτούρα μας απαιτεί αλλαγή, βελτίωση, πνευματική αναγέννηση και γόνιμο στοχασμό.
Ως υποκουλτούρα ορίζω την Υποκρισία της Ελληνικής Κοινωνίας και η προέκταση της στην Επαγγελματική και Εκπαιδευτική Κουλτούρα και Καθημερινότητα.[5] Ότι δηλαδή ο Έλληνας μπορεί μεν να πάσχει από το σύνδρομο της έλλειψης οργάνωσης και της απουσίας στόχου και κατεύθυνσης, παρά ταύτα δε μένει προσκολλημένος στο τυπικό της υπόθεσης. Σε σημείο που να μετατρέπεται από τον ελεύθερο και δημοκρατικό πολίτη, χαρακτηριστικά που θα έπρεπε σύμφωνα με την προγονική του παράδοση να τον χαρακτηρίζουν, σε υπόδουλο της τυπικότητας, της ευθυνοφοβίας και της μη σύνδεσης του αποτελέσματος, πόσο μάλλον της αποδοτικότητας, με την καθημερινή του διαβίωση.
Εν κατακλείδι, ήρθε η ώρα να αντιστρέψουμε την πορεία των γεγονότων και να απομονώσουμε την Ελληνική μας υποκρισία και υποκουλτούρα. Με γόνιμο διάλογο και έργα. Με προτάσεις πολιτικής και πρόταση πολιτικού ηγέτη.

[1] Γιανναράς, Χ., Η σχέση νικάει τον χρόνο, η χρήση όχι, Η Καθημερινή, 31.12.2010
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_100048_31/12/2010_1293619 [02 Ιανουαρίου 2011]
[2] Κοιλιαρής, Β., Χαμένη Γενεά: Είδα το Χρόνο, 23.12.2010
http://vkiliaris.blogspot.com/2010/12/blog-post_23.html [02 Ιανουαρίου 2011]
[3] κατά τη φορά των γεγονότων σε ένα κυκλικό φάσμα πολιτικό-οικονομικού γίγνεσθαι
[4] Ο υποφαινόμενος έχει την τιμή να ανήκει περήφανα στους λίγους αυτούς. Παρόλη την κατάσταση ανεργίας μου εδώ και 4 μήνες, με επιμονή, υπομονή, πράξεις και έργα, όχι μόνο λόγια, η αλλαγή που βιώνουμε θα φέρει την ανάσταση μας και πάλι.
[5] Κοιλιαρής, Β., Η Υποκρισία της Ελληνικής Κοινωνίας, 12.11.2008
http://vkiliaris.blogspot.com/2011/01/blog-post.html [02 Ιανουαρίου 2011]

Η Υποκρισία της Ελληνικής Κοινωνίας: Μία προέκταση της στην Επαγγελματική και Εκπαιδευτική Κουλτούρα και Καθημερινότητα.

Η Υποκρισία της Ελληνικής Κοινωνίας:
Μία προέκταση της στην Επαγγελματική και Εκπαιδευτική Κουλτούρα και Καθημερινότητα.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Επιλέγω να ξεκινήσω την παρούσα ερευνητική εργασία Περί της Υποκρισίας της Ελληνικής Κοινωνίας με τη διαπίστωση που προβαίνουν οι ξένοι επισκέπτες και διαμένοντες στην Ελλάδα. Ότι δηλαδή ο Έλληνας μπορεί μεν να πάσχει από το σύνδρομο της έλλειψης οργάνωσης και της απουσίας στόχου και κατεύθυνσης, παρά ταύτα δε μένει προσκολλημένος στο τυπικό της υπόθεσης. Σε σημείο που να μετατρέπεται από τον ελεύθερο και δημοκρατικό πολίτη, χαρακτηριστικά που θα έπρεπε σύμφωνα με την προγονική του παράδοση να τον χαρακτηρίζουν, σε υπόδουλο της τυπικότητας, της ευθυνοφοβίας και της μη σύνδεσης του αποτελέσματος, πόσο μάλλον της αποδοτικότητας, με την καθημερινή του διαβίωση.

Επιδιώκοντας όσο είναι δυνατό να αποφύγω να υποπέσω στην παγίδα της γενίκευσης, κάτι που σε ένα θεωρητικό σύγγραμμα (πόνημα) του παρόντος εγχειρήματος αποτελεί αξιωματικά αδύνατο, θα επιδιώξω να εντοπίσω την προέκταση της προαναφερθείσας διαπίστωσης τόσο στον Επαγγελματικό βίο, κουλτούρα και καθημερινότητα της ελληνικής σύγχρονης πραγματικότητας όσο και στην Εκπαίδευση όλων των βαθμίδων στην Ελλάδα.

Αρχικά θα διασαφηνίσω την ετυμολογία της έννοιας «υποκρισία».
Υποκρισία είναι όταν λέω ένα πράγμα αλλά κατά βάθος πιστεύω κάτι άλλο, όταν φανερώνω ένα πρόσωπο αλλά κατά βάθος είμαι κάποιος άλλος. Η υποκρισία, με άλλα λόγια, είναι το αντίθετο της γνησιότητας και της ειλικρίνειας.

Χρησιμοποιώντας τον ορισμό αυτό καθιστώ ευκολότερη την κατανόηση του λόγου επιδίωξης του εγχειρήματος μου να αναλύσω και να αιτιολογήσω την κατάσταση, λανθάνουσα κατά τη γνώμη μου, της ελληνικής κοινωνίας και τις προεκτάσεις της στον εργασιακό χώρο και νοοτροπία των συμμετεχόντων σε αυτόν.



ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Γεγονός είναι ότι στον ιδιωτικό εργασιακό χώρο θεωρείται αποδεκτό κάποιος υπάλληλος να μην εργάζεται, υπό την προϋπόθεση αυτό να μην γίνεται αντιληπτό από τους συναδέλφους του. Η υποτιθέμενη εργασία στον ηλεκτρονικό υπολογιστή θεωρείται επαγγελματικά «εντάξει», ενώ η μελέτη εφημερίδας θεωρείται αντιεπαγγελματική πράξη. Το ποιοτικό χαρακτηριστικό απουσιάζει και σε αυτήν την περίπτωση. Το ζητούμενο δεν είναι το περιεχόμενο της εφημερίδας ή η όποια εργασία στον Η/Υ, αλλά στο γεγονός το να μην γίνεται αντιληπτή η ενέργεια μας από τους άλλους. Περιττό είναι να αναφερθεί ότι στο δημόσιο τομέα απουσιάζει συνήθως ακόμη και αυτή η υποκρισία, αφού οι ενέργειες των δημοσίων υπαλλήλων, επαγγελματικής φύσεως ή μη, γίνονται πολλές φορές απροκάλυπτα.

Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε τα φαινόμενα σε δύο κατηγορίες, με περιθώριο στατιστικού λάθους εντός του αποδεκτού για τις κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες επίπεδο. Θα τολμούσα να κατηγοριοποιήσω τις συμπεριφορές στον ιδιωτικό τομέα στη σφαίρα της Υποκρισίας και τις αντίστοιχες συμπεριφορές στο δημόσιο τομέα στη σφαίρα της Υποκουλτούρας.

Εκκινώντας από την Εργασιακή Υποκρισία, θα επιχειρήσω να επικεντρωθώ στο ζητούμενο να μην γίνει αντιληπτή η όποια ενέργεια του εργαζομένου. Εφόσον αυτό επιτυγχάνεται κανείς δεν πρόκειται να ασχοληθεί με την επίτευξη στόχων, την αύξηση του κύκλου εργασιών και των κερδών της επιχείρησης, ούτε με αυτή κατά αυτήν την ουσία της εργασίας. Η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα, ήτοι η παραγωγικότητα, δεν θεωρούνται προαπαιτούμενα για την επαγγελματική ανέλιξη του συναδέλφου στην πυραμίδα της διοίκησης σε μία επιχείρηση. Οι επαγγελματικές ικανότητες αποκτούν μία άλλη έννοια προσδιορισμού. Το προφίλ του manager αντανακλάται στην δεξιότητα του να χειρίζεται καταστάσεις οι οποίες γίνονται ή μπορούν να γίνουν αντιληπτές από το εργασιακό περιβάλλον παρά με την ίδια την κατάσταση και στο αν είναι θεμιτή και αν έχει λόγο υπόστασης.



ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η αξιολόγηση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας επίτευξης στόχων, της αφοσίωσης στο συγκρότημα και τους στόχους του, της ομαδικότητας και της συνεργασίας μεταξύ του προσωπικού της επιχείρησης είτε αυτή εξυπηρετεί τα επιμέρους τμήματα και τους στόχους του είτε συνολικά τον οργανισμό και τέλος η αξιολόγηση των ικανοτήτων του εργαζομένου είναι αναγκαίο και θεμιτό να πραγματοποιούνται υπό συνθήκες όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας. Η σοβαρότητα και η αποτελεσματικότητα της ίδιας της αξιολόγησης εξαρτάται τόσο από τους υπεύθυνους της αξιολόγησης όσο και από την αποδοχή της και επιρροή της στον αξιολογούμενο, δηλαδή κατά πόσον η αξιολόγηση θα έχει θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις στην επαγγελματική πορεία του τελευταίου. Εφόσον αυτά απουσιάζουν η ίδια η υπόσταση της έννοιας της αξιολόγησης απουσιάζουν. Αποτέλεσμα της τελευταίας περίπτωσης θα είναι η αναζήτηση νέου επαγγελματικού χώρου από τον εργαζόμενο που έχει αυτογνωσία των ικανοτήτων του και είναι συνειδητοποιημένος για την επαγγελματική του πορεία και τις επιθυμίες του. Η αναζήτηση αυτή μπορεί να προεκτείνεται και σε νέα εργασιακά πεδία.